Η ιστορία του Παντελή Αμοριανού δεν είναι απλώς μια βιογραφία, αλλά ένα ζωντανό χρονικό επιβίωσης, θάρρους και αδιαπραγμάτευτης αγάπης για την ελευθερία.
Μέσα από τις συμπληγάδες του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και τις αντιξοότητες μιας ολόκληρης ζωής, η πορεία του μοιάζει με σύγχρονη οδύσσεια δεμένη ανεξίτηλα με το απέραντο γαλάζιο του Αιγαίου.
Ο Παντελής Αμοριανός έζησε μια ζωή που δύσκολα χωρά σε λίγες γραμμές.
Στα χρόνια της Κατοχής, στους Φούρνους, καταδικάστηκε σε θάνατο επειδή προσπάθησε να εξασφαλίσει λίγο φαγητό για την οικογένειά του. Ένα παγωμένο βράδυ δραπέτευσε κρυφά από το νησί, κόβοντας τα σχοινιά μιας βάρκας και ανοίγοντας πανιά προς το άγνωστο.
Δεκαπέντε μέρες στο πέλαγος τον οδήγησαν στην Κύπρο και από εκεί σε μια ζωή γεμάτη περιπλάνηση. Για χρόνια θεωρούνταν χαμένος, ώσπου επέστρεψε στον τόπο του και βρέθηκε ξανά μπροστά σε ανθρώπους που πίστευαν πως δεν θα τον ξαναδούν ποτέ.
Η θάλασσα τον κάλεσε ξανά, αυτή τη φορά στα υποβρύχια του Πολεμικού Ναυτικού. Υπηρέτησε σε δύσκολες αποστολές, έζησε βομβαρδισμούς, ναυάγια και απώλειες, ενώ μια ασθένεια τον κράτησε μακριά από το υποβρύχιο «Κατσώνης», που χάθηκε μαζί με το πλήρωμά του.
Δεν μιλούσε συχνά για όσα πέρασε. Έλεγε μόνο πως, αν χρειαζόταν, θα τα ξανάκανε. Γιατί η ελευθερία έχει πάντα το δικό της τίμημα.
Μέχρι σχεδόν τα εκατό του χρόνια συνέχιζε να βγαίνει με την ψαρόβαρκα, να φροντίζει μόνος του τον κινητήρα και να μένει δεμένος με τη θάλασσα που σημάδεψε ολόκληρη τη ζωή του.
Έφυγε ήσυχα, αφήνοντας πίσω του τη μνήμη ενός ανθρώπου που έφυγε μέσα στο σκοτάδι για να σωθεί και επέστρεψε για να συνεχίσει να ζει με τους δικούς του όρους, ελεύθερος μέχρι την τελευταία του ανάσα.











